Σάββατο, 9 Οκτωβρίου 2010

ΜΙΑ ΒΟΛΤΑ ΣΤΟ ΠΑΡΚΟ ΜΕ ΤΟΝ ΦΙΛΟ ΜΟΥ ΤΟΝ ΤΖΙΜ


Φέτος το καλοκαίρι είχα την ευκαιρία να φιλοξενήσω ένα φίλο από την μακρινή Αυστραλία. Η γειτονιά μας ήταν ο ενδιάμεσος σταθμός του για την συνέχιση των διακοπών του σε κάποιο νησί του Αιγαίου. Πριν όμως φύγει μου ζήτησε να του δείξω την Ακαδημία του Πλάτωνα γιατί όπως μου είπε χαρακτηριστικά, το βρήκα στο google αλλά καθώς ερχόμουν από τα ΚΤΕΛ δεν είδα ούτε μία πινακίδα!

Ο ήλιος μαστίγωνε με τις καυτές του ακτίνες το πάρκο, καθώς με τον Τζίμ, γεννημένος από Έλληνες γονείς στο Σίδνευ, περπατούσαμε στο χωμάτινο μονοπάτι προς την ιερά οικία του Ακάδημου. Γύρω μας υπήρχαν άνθρωποι ξαπλωμένοι επάνω σε χαρτόνια και αυτοσχέδια κρεβάτια, κάποιοι σε έναν αυτοσχέδιο καταυλισμό πνιγμένο στα σκουπίδια, άλλοι κάτω από τις σκιές των δέντρων, άλλοι ανάμεσα σε μεγάλους μαρμάρινους κύβους... Η έκπληξη του φίλου μου ήταν έκδηλη. Δεν υπήρχε φύλαξη και ο καθένας μπορούσε να αρπάξει οτιδήποτε νόμιζε αρχαίο ή και αξίας και να το εμπορευτεί ή στην καλύτερη να το πάει σπίτι του! Η παρουσία αδέσποτων τον τρόμαζε και συχνά ερχόταν πίσω μου, κάθε φορά που κάποιος σκύλος τον πλησίαζε για να τον μυρίσει. « Μη φοβάσαι», του είπα αστειευόμενος, «οσμίζονται φρέσκο εισαγόμενο κρέας, γι’ αυτό έρχονται...»

Προσπαθούσα σε κάθε περίπτωση να ελαφρύνω την ατμόσφαιρα, λέγοντας ότι είναι περίοδος διακοπών για όλους και έτσι το πάρκο δεν είναι και στα καλύτερά του. Η απάντησή του ήταν αποστομωτική. «Είναι περίοδος διακοπών και για μένα όμως, ήρθα από την άλλη άκρη της γης και θέλω να δω τα αξιοθέατα της Ελλάδας!!! Να περπατήσω με ασφάλεια σε έναν καλά φυλασσόμενο αρχαιολογικό χώρο, να ξεναγηθώ και να μου εξηγήσει κάποιος ή κάτι τι είναι αυτά τα κτίσματα που μοιάζουν με βάσεις κτιρίων. Τι έκαναν εδώ οι πρόγονοί μας; Θα τους άρεσε άραγε να έβρισκαν τενεκεδάκια αναψυκτικών και σακουλάκια από πατατάκια μέσα στα σπίτια τους; Θα πήγαιναν ποτέ να πετάξουν ότι δεν χρειάζονταν στην αυλή κάποιου άλλου;» Αυτό που ένιωσα εκείνη τη στιγμή δεν περιγράφεται με λέξεις. Ένιωσα υπεύθυνος για αυτό που έβλεπε ο φίλος μου, ένιωσα οργή που η κληρονομιά μας δεν προστατεύεται, ένιωσα αμήχανος από το μέχρι τότε θέαμα...

Σε όλη την διαδρομή ο Τζιμ ήταν σκυθρωπός και συχνά κουνούσε το κεφάλι του. Μου ζήτησε να καθίσουμε κάπου να πάρουμε μια ανάσα. Καθίσαμε σε ένα παγκάκι, αφού πρώτα δοκίμασα την αντοχή και την σταθερότητά του μιας και τα περισσότερα ήταν ξεχαρβαλωμένα. Ήπιαμε το νεράκι μας και σαστισμένος δέχτηκα και το επόμενο σχόλιό του για τον ανύπαρκτο ή πεσμένο ή διαλυμένο κάδο σκουπιδιών που σε πολλές περιπτώσεις δεν υπήρχε τριγύρω...

Επιστρέφοντας από αυτή την ταπεινωτική για εμένα βόλτα, περάσαμε από την παιδική χαρά του πάρκου. «Εδώ έχει ασύρματο ίντερνετ;», με ρώτησε και κοκάλωσα. «Όχι», του απάντησα, «πως σου ‘ρθε αυτό;» «Μα βλέπω στην είσοδο ταμπέλα εταιρείας κινητής τηλεφωνίας, τι γίνεται εδώ; Τα παιχνίδια πότε τα στήσανε; Δεν τα συντηρούν; Αν παλιώσουν δεν τα αλλάζουν; Γιατί βλέπω ότι τα παιδιά που παίζουν εδώ πρέπει να έχουν μαζί τους και ορό αντιτετανικό. Θεέ μου, οι γονείς δεν το βλέπουν;» Ειλικρινά δεν είχα το σθένος να απαντήσω. Οι ερωτήσεις του με χαστούκιζαν και απλά μου ανέβαζαν την πίεση. Γιατί πρέπει εγώ να απολογηθώ για την αδιαφορία και την ολιγωρία άλλων; «Προσπαθούμε βρε Τζιμ με κάθε τρόπο να αλλάξουμε αυτή την άθλια κατάσταση. Ούτε και σε μένα αρέσει αυτό το τοπίο. Γνωρίζω ότι μπορεί να γίνει ένα από τα στολίδια της Ελλάδας και να το χαίρεται όλος ο πλανήτης. Όμως για να γίνει αυτό πρέπει να αλλάξει το μυαλό του καθένα μας πρώτα και μετά με το ψηφαλάκι μας να αλλάξουμε το μυαλό αυτών που είναι πραγματικά υπεύθυνοι για αυτό που είδες σήμερα. Δεν είναι τωρινό αυτό το φαινόμενο της εγκατάλειψης ούτε και τυχαίο. Όλοι γνωρίζουν ποιοι φταίνε και τι πρέπει να κάνουν. Όμως δεν τολμούν... Κιοτεύουν!!!»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου